TAC - ELLAS
TRADITIONAL   ARCHERY   CLUB

Greek Traditional Archery

Click here to edit subtitle

Τα πύρινα βέλη τών Αραουκανών Μέρος Β'

 
 
 
Σημαία των Μαπούτσε
Οι Αραουκάνοι ή Μαπούτσε πολεμούσαν επί τρεισήμισι αιώνες, αρχικά τους Ισπανούς και μετά τους Χιλιάνους. Για αιώνες κανείς ευρωπαίος δεν τολμούσε να προχωρήσει νοτιότερα του ποταμού Μπίο-Μπίο [Κονσεπσιόν]. Κι όταν το έκαναν και ίδρυαν πόλεις αυτές δεν μακροημέρευαν.
Οι Αραουκάνοι, που συνθηκολόγησαν μόλις στις αρχές της δεκαετίας του 1880, αποτελούν μοναδικό παράδειγμα αντίστασης στους λευκούς σε ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο – και όχι μόνον. Τεράστιες αυτοκρατορίες –Μάγια, Ίνκας- υποτάχθηκαν μέσα σε ελάχιστα χρόνια. Οι Αραουκάνοι αντιστέκονταν συνεχώς από την πρώτη στιγμή που ήρθαν σε επαφή με τους Ισπανούς.

Βλέπετε, οι λαοί, όπως και οι άνθρωποι δεν γεννιούνται σκλάβοι. Γίνονται… Και οι Αραουκάνοι μέχρι τότε δεν είχαν υπάρξει σκλάβοι κανενός.

Αποσπάσματα από το παρακάτω βιβλίο
Εδουάρδο Γκαλεάνο, Μνήμες Φωτιάς, τ. Ι., μετ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1986

1

"Πάνε μερικοί μήνες που ο Πέδρο δε Βαλντίβια ανακάλυψε αυτό του βουνό κι αυτή την κοιλάδα. Οι Αραουκάνοι, που τα είχαν ανακαλύψει μερικές χιλιάδες χρόνια πιο πριν, ονόμαζαν το βουνό Ουελέν, που σημαίνει πόνος. Ο Βαλντίβια το ονόμασε Σάντα Λουσία. Απ’ την πλαγιά του βουνού ο Βαλντίβια είδε την πράσινη γη ανάμεσα στα πλοκάμια του ποταμού κι αποφάσισε πως δεν υπήρχε στον κόσμο καλύτερο μέρος για να προσφέρει μια πόλη στον απόστολο Σαντιάγκο, που συνοδεύει και πολεμά με τους κονκισταδόρες.

Το σπαθί του χάραξε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ένα σταυρό στον αέρα κι έτσι γεννήθηκε το Σαντιάγκο της Χιλής. Θα είναι το πρώτο καλοκαίρι της πόλης: μερικές καλύβες από λάσπη και ξύλα με καλαμένιες σκεπές, η πλατεία στο κέντρο κι ο φράχτης γύρω.

Μόνο πενήντα άντρες έμειναν στο Σαντιάγκο. Ο Βαλντίβια ξεκινάει με τους υπόλοιπους για τον ποταμό Κατσαπόαλ.

Μόλις χαράζει η μέρα, ο φρουρός βγάζει φωνή συναγερμού από την άκρη του φράχτη. Στις τέσσερις πλαγιές ξεπροβάλλουν οι ιθαγενείς πολεμιστές.

Οι Ισπανοί ακούνε τις πολεμικές κραυγές και αμέσως πέφτει πάνω τους ένας χείμαρρος από βέλη.

Το μεσημέρι μερικά σπίτια έχουν γίνει στάχτη κι ο φράχτης έχει πέσει. Πολεμούν σώμα με σώμα στην πλατεία.

Η Ινές τρέχει τότε στην καλύβα που χρησιμεύει για φυλακή. Ο φύλακας κρατάει εκεί τους εφτά Αραουκάνους αρχηγούς που οι Ισπανοί έχουν πιάσει εδώ κι αρκετό καιρό. Παρακαλεί, απαιτεί, διατάζει να τους κόψουν το κεφάλι.

«Πώς;»

«Τα κεφάλια τους!»

«Πώς;»

«Έτσι!»

Η Ινές του αρπάζει το σπαθί και τα εφτά κεφάλια πετούν στον αέρα.

Η μάχη γυρίζει. Οι πολιορκημένοι μετατρέπονται σε κυνηγούς. Στην μάχη οι Ισπανοί δεν επικαλούνται τον απόστολο Σαντιάγκο αλλά την Παναγία.

Η Ινές Σουάρες, από τη Μάλαγα, ήταν η πρώτη που έτρεξε όταν ο Βαλντίβια σήκωσε το λάβαρο της αποστολής στο σπίτι του στο Κούσκο. Ήρθε σε τούτα τα μέρη του Νότου επικεφαλής των επιδρομέων, καλπάζοντας πλάι στον Βαλντίβια με το ατσάλινο σπαθί στο χέρι και την πανοπλία, κι από τότε πηγαίνει, πολεμάει και κοιμάται δίπλα του. Σήμερα πήρε τη θέση του.

Είναι η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους άντρες. Λένε: «Είναι παλικάρι» και τη συγκρίνουν με τον Ρολάνδο ή τον Ελ Σιντ. Εκείνη τρίβει με λάδι τα δάχτυλα του καπετάν Φρανσίσκο ντε Αγκίρε, που έχουν κλείσει στη λαβή του σπαθιού του και δεν υπάρχει τρόπος να τ’ ανοίξει. Ο πόλεμος για σήμερα τελείωσε."

2

"Ο Μαρτίν Γκαρσία Όνιες δε Λογιόλα, ανιψιός του Άγιου Ιγνάτιου, έφτασε στο Περού με τη φήμη του ακούραστου κυνηγού και του γνήσιου δολοφόνου. Εκεί έπιασε τον Τούπακ Αμάρου, τον τελευταίο των Ίνκας. Τον έστειλαν να κυβερνήσει στη Χιλή και να υποτάξει τους Αραουκάνους. Σκότωσε Ινδιάνους, έκλεψε πρόβατα κι έκαψε τα σπαρτά αφήνοντάς τα δίχως σπόρο. Τώρα οι Αραουκάνοι περιφέρουν το κεφάλι του στην άκρη μιας λόγχης.

Οι Ινδιάνοι καλούν σε πόλεμο φυσώντας μεσ’ απ’ τα κόκαλα των χριστιανών, όπως μεσ’ απ’ τις τρομπέτες. Το ιππικό των Αραουκάνων, με πολεμικές μάσκες και δερμάτινους θώρακες, έχει ισοπεδώσει το Νότο. Εφτά χωριά καταστράφηκαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο κάτω απ’ την πύρινη βροχή των τόξων τους. Περνούν στην αντεπίθεση. Ο κυνηγημένος γίνεται κυνηγός. Οι Αραουκάνοι πολιορκούν την πόλη Λα Ιμπεριάλ. Για να την αφήσουν δίχως νερό, εκτρέπουν το ποτάμι.

Το μισό βασίλειο της Χιλής, όλη η νότια πλευρά του Μπίο-Μπίο, περνάει στα χέρια των Αραουκάνων.

Οι Ινδιάνοι λένε δείχνοντας τη λόγχη:

Τούτος είναι ο αφέντης μου. Αυτός δε με στέλνει να του βγάλω χρυσάφι, ούτε να του φέρω χόρτα ή ξύλα, να του βοσκήσω τα πρόβατα, να του σπείρω ή να του θερίσω. Μ’ αυτόν τον αφέντη θέλω να μείνω."

3

"Εκατό βέλη στο στήθος αποτέλειωσαν τον Καουπολικάν. Ο μέγας μονόφθαλμος κασίκε προδόθηκε κι έπεσε. Το φεγγάρι στάθηκε να θαυμάσει τα κατορθώματά του και δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην τον αγαπούσε ή να μην τον φοβόταν, όμως ένας ρουφιάνος κατάφερε να τον ρίξει. Την περασμένη χρονιά η προδοσία χτύπησε και τον Λαουτάρο:

«Κι εσύ, τι κάνεις εδώ;» είχε ρωτήσει ο αρχηγός των Ισπανών.

«Ήρθα να σου προσφέρω το κεφάλι του Λαουτάρο», είχε πει ο προδότης.

Ο Λαουτάρο δεν μπήκε νικητής στο Σαντιάγκο, επικεφαλής των δικών του ανθρώπων. Κάποια ξιφολόγχη, η μακρύτερη του ισπανικού στρατού, έφερε στο Σαντιάγκο το κεφάλι του απ’ τα βουνά του Τσιλιπίρκο.

Η προδοσία είναι εξοντωτικό όπλο όσο κι ο τύφος, η ευλογιά ή η πείνα – χτυπάει τους Αραουκάνους ανήλεα όπως ο πόλεμος καταστρέφει τη σπορά και τη συγκομιδή τους.

Όμως οι χωρικοί κι οι κυνηγοί της Χιλής έχουν κι άλλα όπλα.

Τώρα δαμάζουν τα άλογα που πρώτα τους γέμιζαν τρόμο. Επιτίθενται πάνω στ’ άλογα, καβαλάρηδες σαν την αστραπή και προστατεύονται από δερμάτινες ασπίδες. Ξέρουν να χρησιμοποιούν τα τουφέκια που αρπάζουν στα πεδία της μάχης και δένουν τα σπαθιά τους σε μακριά κοντάρια. Περπατούν μες στην πάχνη της χαραυγής και κρύβονται αθέατοι. Κατόπιν κάνουν πως οπισθοχωρούν πίσω από τις φυλλωσιές, έτσι ώστε τα εχθρικά άλογα να πέσουν στα χαντάκια ή να σπάσουν τα πόδια τους στις κρυμμένες παγίδες. Ο καπνός τους δείχνει προς τα πού πηγαίνουν τα ισπανικά στρατεύματα: τους χτυπούν κι εξαφανίζονται. Αίφνης επιστρέφουν, πέφτουν πάνω τους όταν ακόμη ο ήλιος καίει ψηλά στον ουρανό κι οι στρατιώτες ψήνονται μες στις ατσάλινες στολές τους. Τα λάσα που εφηύρε ο Λαουτάρο ανατρέπουν τους καβαλάρηδες.

Ξέχωρα από αυτά, οι Αραουκάνοι πετούν. Πριν βγουν στη μάχη, τρίβουν στο κορμί τους τα φτερά των πιο γρήγορων πουλιών…"

4

"Οι νικημένοι, ντυμένοι μ’ ένα κουρέλι γύρω απ’ τη μέση, παρακολουθούν τους χορούς των νικητών, που φορούν κράνος και πανοπλία. Ο Λαουτάρο λαμποκοπά μες στα ρούχα του Βαλντίβια, στον πράσινο χρυσοκεντημένο χιτώνα, στον ατσάλινο θώρακα και στη χρυσή περικεφαλαία, τη στολισμένη με φτερά και σμαράγδια.

Ο Βαλντίβια, γυμνός, αποχαιρετά τον κόσμο.

Κανείς δε λάθεψε. Τούτη είναι η γη που εδώ και δεκατρία χρόνια διάλεξε ο Βαλντίβια για να πεθάνει, σαν έφυγε από το Κούσκο μαζί μ’ εφτά Ισπανούς πάνω στ’ άλογα και χίλιους ξιπόλητους Ινδιάνους. Κανείς δε λάθεψε, εκτός από τη δόνα Μαρίνα, την ξεχασμένη σύζυγο στην Εστρεμαδούρα, που μετά από είκοσι χρόνια αποφάσισε να διασχίσει τον ωκεανό και τώρα ταξιδεύει με τις πολύτιμες αποσκευές της, αντάξιες της γυναίκας του κυβερνήτη, την ασημένια πολυθρόνα, το κρεβάτι από γαλάζιο βελούδο, τα χαλιά κι όλη την αυλή από υπηρέτες και συγγενείς.

Οι Αραουκάνοι ανοίγουν το στόμα του Βαλντίβια και το γεμίζουν χώμα. Του δίνουν να καταπιεί μπουκιά μπουκιά το χώμα απ’ τη γη της Χιλής, κι ενώ το κορμί του πρήζεται, του φωνάζουν:

«Θες χρυσάφι; Φάε χρυσάφι. Φάε μέχρι να σκάσεις απ’ το χρυσάφι σου!»"


ΛΙΓΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

1540 (1 Iανουαρίου) Ο Πέδρο δε Βαλντίβια ξεκινά την εκστρατεία του προς την Χιλή. Αναχωρεί από το Κούσκο με μια μικρή ομάδα Ισπανών και λίγους Ινδιάνους. Τον συνοδεύει η Ινές Σουάρες, η πρώτη γυναίκα που καταγράφει το όνομά της στην ιστορία της Χιλής.

Επιλέγει τον δρόμο της ερήμου και κατά την διάρκεια του ταξιδιού ενώνονται μαζί του διάφοροι Ισπανοί που είχαν συμμετάσχει σε άλλες εκστρατείες στην περιοχή. Μεταξύ τους, μερικοί πολλοί σημαντικοί όπως ο Φρανσίσκο δε Βιγιάγρα, ο Φρανσίσκο δε Αγκίρρε, ο Ροδρίγο δε Κιρόγα, ο Χερόνιμο δε Αλντερέτε και ο Ροδρίγο Γκονσάλες Μαρμολέχο, που θα γινόταν ο πρώτος επίσκοπος της μελλοντικής πρωτεύουσας της Χιλής.

1540 (27 Αυγούστου) Ο Βαλντίβια φθάνει στην κοιλάδα του Κοπιαπό.

1540 (13 Δεκεμβρίου) Ο Βαλντίβια φθάνει στην κοιλάδα του Μαπότσο. Δίνει το όνομα Σάντα Λουσία (που η μνήμη της γιορτάζεται στις 13 Δεκεμβρίου) στον λόφο που οι Ινδιάνοι ονόμαζαν Ουελέν.

1541 (7 Φεβρουαρίου) Πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο του Σαντιάγο. Μερικές μέρες μετά την ίδρυση της πόλης, ο Πέδρο δε Βαλντίβια διορίζει το πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο, ορίζοντας ως δήμαρχο τον Φρανσίσκο δε Αγκίρρε.

1541 (12 Φεβρουαρίου) Ο Βαλντίβια θεμελιώνει την πόλη του Σαντιάγο.

1541 (11 Σεπτεμβρίου) Επίθεση και καταστροφή του Σαντιάγο. Τα ξημερώματα αυτής της ημέρας, χιλιάδες Ινδιάνοι διοικούμενοι από τον Μιτσιμαλόνκο, επιτίθενται και πυρπολούν την πόλη.

1550 (22 Φεβρουαρίου) Μάχη του Ανταλιέν. Το εκστρατευτικό σώμα του Βαλντίβια δέχεται την επίθεση ενός στρατού 15 ως 20 χιλιάδων Ινδιάνων, οι οποίοι ηττώνται από τους Ισπανούς και υφίστανται βαριές απώλειες.

1551 (23 Φεβρουαρίου) Ο Βαλντίβια ιδρύει την πόλη της Κονσεπσιόν. Αυτή η πόλη καταστράφηκε και ανοικοδομήθηκε, εγκαταλείφθηκε και επανακατοικήθηκε αμέτρητες φορές λόγω των διαρκών επιθέσεων από τους Αραουκάνους και των σεισμών από τους οποίους επλήγη.

1552 (12 Φεβρουαρίου) Ο Βαλντίβια ιδρύει την πόλη της Βαλντίβια.

1552 (Απρίλιος) Ίδρυση της Βιγιαρρίκα από τον Πέδρο δε Βαλντίβια με το όνομα Σάντα Μαρία Μαγνταλένα δε Βιγιαρρίκα.

1554 (1 Ιανουαρίου) Μάχη του Τουκαπέλ και θάνατος του Βαλντίβια. Οι Μαπούτσε, με ηγέτη τον Λαουτάρο, νίκησαν τους Ισπανούς και θανάτωσαν τον Βαλντίβια κοντά στο σημερινό Κανιέτε.

Λίγες ημέρες πριν οι Μαπούτσε είχαν επιτεθεί αιφνιδιαστικά στο οχυρό του Τουκαπέλ. Ο Βαλντίβια μόλις το πληροφορήθηκε έσπευσε σε βοήθεια. Αυτό ακριβώς περίμενε ο Λαουτάρο ο οποίος είχε κρύψει μέρος του στρατού του για να αιχμαλωτίσει τον Βαλντίβια. Η στρατηγική αυτού του νεαρού τόκι, που έγκειτο στις συνεχείς επιθέσεις μικρών στρατιωτικών ομάδων ενάντια στους Ισπανούς, καθιστούσε αδύνατη την άμυνα των τελευταίων.

Ο Βαλντίβια, όντας αιχμάλωτος, προσπάθησε να πετύχει την απελευθέρωσή του προσφερόμενος να εγκαταλείψει την χώρα. Ωστόσο, έντρομοι μερικοί κασίκοι που έπεισαν τον Καουπολικάν και τον Λαουτάρο τον θανάτωσαν αιφνιδιαστικά με ρόπαλα.

Σε μερικά κείμενα αναφέρεται ότι αυτή η μάχη διεξήχθη στις 25 Δεκεμβρίου 1553, ωστόσο ακολουθούμε αυτή, που είναι γενικά αποδεκτή.

1554 (23 Φεβρουαρίου) Μάχη του Μαριγκυένιου (Μαριουένιο). Ο Φρανσίσκο δε Βιγιάγκρα οδεύοντας προς το Τουκαπέλ (Κανιέτε) για να εκδικηθεί τον θάνατο του Βαλντίβια ηττάται από τον Λαουτάρο, παρότι αυτή είναι η πρώτη φορά που οι Ισπανοί χρησιμοποιούν το πυροβολικό, που κατόπιν καταστρέφουν την Κονσεπσιόν.

1554 (18 Μαρτίου) Ιδρύεται η πόλη της Βαλντίβια. Στη θέση όπου βρισκόταν το ινδιάνικο χωριό του Αϊντίλ, ο Βαλντίβια ιδρύει ένα οχυρό. Εγκαταλείφθηκε και επανακατοικήθηκε αμέτρητες φορές εξαιτίας της διαρκούς εξέγερσης των Μαπούτσε.

1554 Εγκαταλείπεται η πόλη της Βιγιαρρίκα.

1557 (1 Απριλίου) Θάνατος του Λαουτάρο. Ο κασίκος κοιμόταν με τους πολεμιστές του στην περιοχή της Πετόρκα, κοντά στον ποταμό Ματακίτο. Μπροστά και στα πλάγια το στρατόπεδο προστατευόταν από πασσάλους, κορμούς δένδρων και λάκκους που καθιστούσε αδύνατο το πέρασμα του ιππικού. Ωστόσο, οι Ισπανοί καθοδηγούμενοι από κατασκόπους Πικούντσες, μπόρεσαν να διασχίσουν μια απόκρημνη οροσειρά η οποία κάλυπτε τα μετόπισθεν, αιφνιδιάζοντας τον Λαουτάρο και τους στρατιώτες του, που την προηγούμενη νύχτα είχαν ένα “τρικούβερτο” γλέντι, όπως λέμε σήμερα. Αν και ο Λαουτάρο πρόβαλε ηρωική αντίσταση, σύντομα τραυματίστηκε θανάσιμα. Αυτό το περιστατικό αναφέρεται επίσης ότι συνέβη στις 29 Απριλίου. (Ο Λαουτάρο την εποχή εκείνη βάδιζε κατά του Σαντιάγο).

1557 (μέσα) Εκλογή του Καουπολικάν ως αρχηγού σε συγκέντρωση που έγινε στους πρόποδες του Πενιόν Ροκόσο, μεταξύ της Καραμπάνγκουε και του Αράουκο.

1557 (18 Νοεμβρίου) Οι Ισπανοί, με επικεφαλής τον Γκαρσία Ουρτάδο δε Μεντόσα, νικούν τους Μαπούτσε στη μάχη της Λαγκουνίγιας. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους βρίσκεται και ο γενναίος κασίκος Γκαλβαρίνο, του οποίου, κατόπιν διαταγής του κυβερνήτη, του κόβουν τα χέρια. Το μαρτύριο διηγείται ο Αλόνσο δε Ερσίγια (La Aaraucana, canto XII), ο οποίος συμμετείχε και στη μάχη. (Σελ. 47)

1558 (27 Μαρτίου) Ο Γκαρσία Ουρτάδο δε Μεντόσα ιδρύει την πόλη του Οσόρνο.

1558 (15 Απριλίου) Μάχη της Αντιουάτα. Θάνατος του Καουπολικάν. Η ιστορία, η ποίηση και ο μύθος έχουν μονοπωλήσει αυτό το γεγονός. Μια φάλαγγα στρατιωτών με επικεφαλής τον Πέδρο Αβεντάνιο αιφνιδίασε και συνέλαβε τον τόκι, οδηγώντας τον στο οχυρό της Κανιέτε. Λέγεται πως -όπως και ο Βαλντίβια στο Τουκαπέλ και με τα ίδια αποτελέσματα- έκανε διάφορες προσφορές για να σώσει τη ζωή του.

Η ιστορία διατήρησε την περιφρόνησή του για τον θάνατο, την αντοχή του στον πόνο, την υπερηφάνεια του μπροστά στους νικητές του.

Ο θάντατός του ήταν μαρτυρικός, αφού ο Αλόνσο δε Ρεϊνόσο, αρχηγός του οχυρού, τον καταδίκασε σε θάνατο “δια ανασκολοπισμού”, δηλαδή, καθισμένος πάνω σε μια λόγχη (δόρυ) “που διαπέρασε κάθετα τα σωθικά του”. (Θάνατος του Καουπολικάν στις 5 Νοεμβρίου;)

1559 Επανακατοικείται η πόλη της Βιγιαρίκα από τον κυβερνήτη Γκαρσία Ουρτάδο δε Μεντόσα. Στις 16 Δεκεμβρίου 1575 καταστρέφεται ολοκληρωτικά από σεισμό.

1564 (17 Φεβρουαρίου) Μάχη του Ρεϊνογκϋελέν. Ο Πέδρο δε Βιγιάγρα νικά τους Μαπούτσε και κατορθώνει να προωθηθεί ως το Τσιγιάν, αιχμαλωτίζοντας τον σημαντικότερο κασίκο που λεγόταν Λόμπλε.

1579 (18 Μαρτίου) Ο Μάρτιν Ρούις δε Γκαμπόα ιδρύει την πόλη του Τσιγιάν.

1598 (26 ή 23 Δεκεμβρίου) Καταστροφή της Κουραλάβα. Ο τόκι Πελαντάρο νικά και σκοτώνει τον κυβερνήτη Μαρτίν Ονιές δε Λογιόλα, στα Γιάνος δε Λουμάκο. Γενική εξέγερση των Μαπούτσε. Οι Ισπανοί εγκαταλείπουν όλη την περιοχή νότια του Μπίο-Μπίο και τις επτά πόλεις νότια του Μπίο Μπίο. Η Κονσεπσιόν για πάνω από δύο αιώνες θα έχει μόνιμο στρατό (φαινόμενο μοναδικό για τους Ισπανούς σ’ ολόκληρη την Αμερική). Όλη αυτή την περίοδο έγιναν 18 συναντήσεις ειρήνης ανάμεσα στους Ισπανούς και τους Μαπούτσε.


Ο Πέδρο δε Βαλντίβια [Pedro de Valdivia (http://es.wikipedia.org/wiki/Pedro_de_Valdivia), Ισπανία 1497-Τουκαπέλ, Χιλή 24 Δεκεμβρίου 1553] θεμελίωσε το Σαντιάγο στις 12 Φεβρουαρίου 1541.

Η επίθεση κατά του Σαντιάγο, από 8.000 περίπου Ινδιάνους [άλλοι ιστορικοί μιλούν για 20.000], με αρχηγό τον Μιτσιμαλόνκο [Michimalonco (http://es.wikipedia.org/wiki/Michimalonco), π. 1510-22 Φεβρουαρίου 1550], έγινε στις 11 Σεπτεμβρίου 1541. Ο Μιτσιμαλόνκο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανταλιέν κοντά στην Κονσεπσιόν.

Η Ινές Σουάρες [Inés de Suárez (http://es.wikipedia.org/wiki/In%25C3%25A9s_Su%25C3%25A1rez), Ισπανία 1507-Χιλή 1580] έφυγε από την Ισπανία για την Αμερική, σε ηλικία 30 χρονών, σε αναζήτηση του συζύγου της που είχε πάει στην Αμερική δέκα χρόνια νωρίτερα. Μετά από μήνες αναζητήσεων ανακάλυψε ότι ο σύζυγός της είχε σκοτωθεί στο Περού. Ερωμένη στη συνέχεια του Πέδρο ντε Βαλντίβια συμμετείχε μαζί του στην εκστρατεία κατάκτησης του Περού. Αργότερα, λόγω αντιδράσεων της εκκλησίας στην εξωσυζυγική σχέση του Βαλντίβια, η Ινές παντρεύτηκε έναν από τους αξιωματικούς του, και έζησε μέχρι το θάνατό της βίον «ήρεμον και εντός των κόλπων της εκκλησίας».

“Ο πρώτος έλληνας για τον οποίο υπάρχουν στοιχεία ότι έφθασε στη Χιλή ήταν ο κρητικής καταγωγής Juan Martin de Candia (Χάνδακα), ο οποίος ήλθε στη χώρα το 1540 με τον Κατακτητή Pedro de Valdivia. Εγκαταστάθηκε ως τιμαριώτης στις περιοχές La Imperial και Chillan, τέλεσε γάμο με κυρία ισπανικής καταγωγής, απέκτησε τέσσερις γιους και πέθανε σε ηλικία ενενήντα χρονών. Μέχρι το 1565 υπολογίζεται ότι είχαν έλθει 21 Έλληνες, και στα επόμενα χρόνια και αιώνες κατέφθασαν και άλλοι, μεταξύ των οποίων και αυτοί που έλαβαν μέρος στην ναυμαχία του Iquique και στη μάχη του Dolores, ένδοξες σελίδες της Χιλιανής ιστορίας.”


[Πηγή (http://www.grecia.cl/greek/greeks/)]

1599

Λα Ιμπεριάλ

Η εξέγερση ξεσπάει στις ακτές του Ειρηνικού κι οι βροντές τραντάζουν τις Άνδεις.

Ο Μαρτίν Γκαρσία Όνιες δε Λογιόλα, ανιψιός του Άγιου Ιγνάτιου, έφτασε στο Περού με τη φήμη του ακούραστου κυνηγού και του γνήσιου δολοφόνο. Εκεί έπιασε τον Τούπακ Αμάρου, τον τελευταίο των Ίνκας. Τον έστειλαν να κυβερνήσει στη Χιλή και να υποτάξει τους Αραουκάνους. Σκότωσε Ινδιάνους, έκλεψε πρόβατα κι έκαψε τα σπαρτά αφήνοντάς τα δίχως σπόρο. Τώρα οι Αραουκάνοι περιφέρουν το κεφάλι του στην άκρη μιας λόγχης.

Οι Ινδιάνοι καλούν σε πόλεμο φυσώντας μεσ’ απ’ τα κόκαλα των χριστιανών, όπως μεσ’ απ’ τις τρομπέτες. Το ιππικό των Αραουκάνων, με πολεμικές μάσκες και δερμάτινους θώρακες, έχει ισοπεδώσει το Νότο. Εφτά χωριά καταστράφηκαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο κάτω απ’ την πύρινη βροχή των τόξων τους. Περνούν στην αντεπίθεση. Ο κυνηγημένος γίνεται κυνηγός. Οι Αραουκάνοι πολιορκούν την πόλη Λα Ιμπεριάλ. Για να την αφήσουν δίχως νερό, εκτρέπουν το ποτάμι.

Το μισό βασίλειο της Χιλής, όλη η νότια πλευρά του Μπίο-Μπίο, περνάει στα χέρια των Αραουκάνων.

Οι Ινδιάνοι λένε δείχνοντας τη λόγχη:

Τούτος είναι ο αφέντης μου. Αυτός δε με στέλνει να του βγάλω χρυσάφι, ούτε να του φέρω χόρτα ή ξύλα, να του βοσκήσω τα πρόβατα, να του σπείρω ή να του θερίσω. Μ’ αυτόν τον αφέντη θέλω να μείνω.

__________
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, Μνήμες Φωτιάς, τ. Ι, μετ. Ισμήνη Κανσή, Εξάντας, Αθήνα, 1986, σελ. 213-4.]

________
Ο Martín García Óñez de Loyola [1549-1598], ανιψιός του Ιγνάτιου Λογιόλα, ιδρυτή του Τάγματος των Ιησουιτών, διετέλεσε Κυβερνήτης του Βασιλείου της Χιλής από το 1592 ως τον θάνατό του, στις 24 Δεκεμβρίου 1598.

Μετά τον θάνατο του Λογιόλα, σημειώθηκε γενική εξέγερση των Μαπούτσε, που κυριάρχησαν σε ολόκληρη τη Χιλή νοτίως του ποταμού Μπίο-Μπίο, καταστρέφοντας όλες τις πόλεις που είχαν θεμελιώσει οι Ισπανοί.

Η πόλη Λα Ιμπεριάλ είχε ιδρυθεί το 1551 από τον Πέδρο δε Βαλντίβια. Καταστράφηκε το 1600 από τους Αραουκάνους, για να θεμελιωθεί εκ νέου μόλις το 1882 με το όνομα Καράουε. Το Καράκουε -Λα Ιμπεριάλ- βρίσκεται στην ακτή του Ειρηνικού στο ύψος του Τεμούκο.

1563 – Φορτίν ντε Αράουκο

Η ιστορία του μέλλοντος

Ο κλοιός σφίγγει. Σ’ αυτό το παραμεθόριο οχυρό, δύο φορές καμένο και ξαναφτιαγμένο από τις στάχτες, δεν έχει απομείνει πια νερό. Σε λίγο θ’ αναγκαστούν να πιουν κι αυτό το λίγο που ουρούν. Τόσα βέλη έχουν πέσει μέσα, που οι Ισπανοί τα χρησιμοποιούν σαν ξύλα για το μαγείρεμα.

Ο αρχηγός των Αραουκάνων πλησιάζει καβάλα στ’ άλογο, μέχρι τις παρυφές του τείχους:

«Καπετάνιε! Μ’ ακούς;»

Ο Λορένσο Μπερνάλ σκύβει από ψηλά.

Ο ντόπιος αρχηγός αναγγέλλει πως θα κυκλώσουν τ’ οχυρό με άχυρα και πως θα βάλουν φωτιά. Λέει πως δεν άφησε ζωντανό άνθρωπο στην Κονσεπσιόν.

«Όχι!» φωνάζει ο Μπερνάλ.

«Παραδόσου, καπετάνιε! Δε γλιτώνετε!»

«Όχι! Ποτέ!»

Το άλογο σηκώνεται στα πίσω πόδια.

«Τότε θα πεθάνετε!»

«Ας πεθάνουμε», λέει ο Μπερνάλ και φωνάζει: «Στο τέλος όμως θα τον κερδίσουμε εμείς τον πόλεμο! Και θα γινόμαστε κάθε μέρα και περισσότεροι!»

Ο Ινδιάνος απαντάει μ’ ένα γέλιο.

«Αν δεν υπάρχουν Ισπανίδες, με τις δικές σας», λέει ο καπετάνιος αργά και προσθέτει:

«Και θα τους κάνουμε παιδιά που θα είναι τ’ αφεντικά σας.»

1558 – Κανιέτε

Ο πόλεμος συνεχίζεται

Εκατό βέλη στο στήθος αποτέλειωσαν τον Καουπολικάν. Ο μέγας μονόφθαλμος κασίκε προδόθηκε κι έπεσε. Το φεγγάρι στάθηκε να θαυμάσει τα κατορθώματά του και δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην τον αγαπούσε ή να μην τον φοβόταν, όμως ένας ρουφιάνος κατάφερε να τον ρίξει.

Την περασμένη χρονιά η προδοσία χτύπησε και τον Λαουτάρο:

«Κι εσύ, τι κάνεις εδώ;» είχε ρωτήσει ο αρχηγός των Ισπανών.

«Ήρθα να σου προσφέρω το κεφάλι του Λαουτάρο», είχε πει ο προδότης.

Ο Λαουτάρο δεν μπήκε νικητής στο Σαντιάγκο, επικεφαλής των δικών του ανθρώπων. Κάποια ξιφολόγχη, η μακρύτερη του ισπανικού στρατού, έφερε στο Σαντιάγκο το κεφάλι του απ’ τα βουνά του Τσιλιπίρκο.

Η προδοσία είναι εξοντωτικό όπλο όσο κι ο τύφος, η ευλογιά ή η πείνα – χτυπάει τους Αραουκάνους ανήλεα όπως ο πόλεμος καταστρέφει τη σπορά και τη συγκομιδή τους.

Όμως οι χωρικοί κι οι κυνηγοί της Χιλής έχουν κι άλλα όπλα.

Τώρα δαμάζουν τα άλογα που πρώτα τους γέμιζαν τρόμο. Επιτίθενται πάνω στ’ άλογα, καβαλάρηδες σαν την αστραπή και προστατεύονται από δερμάτινες ασπίδες. Ξέρουν να χρησιμοποιούν τα τουφέκια που αρπάζουν στα πεδία της μάχης και δένουν τα σπαθιά τους σε μακριά κοντάρια. Περπατούν μες στην πάχνη της χαραυγής και κρύβονται αθέατοι. Κατόπιν κάνουν πως οπισθοχωρούν πίσω από τις φυλλωσιές, έτσι ώστε τα εχθρικά άλογα να πέσουν στα χαντάκια ή να σπάσουν τα πόδια τους στις κρυμμένες παγίδες. Ο καπνός τους δείχνει προς τα πού πηγαίνουν τα ισπανικά στρατεύματα: τους χτυπούν κι εξαφανίζονται. Αίφνης επιστρέφουν, πέφτουν πάνω στους όταν ακόμη ο ήλιος καίει ψηλά στον ουρανό κι οι στρατιώτες ψήνονται μες στις ατσάλινες στολές τους. Τα λάσα που εφηύρε ο Λαουτάρο ανατρέπουν τους καβαλάρηδες.

Ξέχωρα από αυτά, οι Αραουκάνοι πετούν. Πριν βγουν στη μάχη, τρίβουν στο κορμί τους τα φτερά των πιο γρήγορων πουλιών…

1553 – Τουκαπέλ – Βαλντίβια

Γίνεται γιορτή γύρω από το δέντρο της κανέλας.

Οι νικημένοι, ντυμένοι μ’ ένα κουρέλι γύρω απ’ τη μέση, παρακολουθούν τους χορούς των νικητών, που φορούν κράνος και πανοπλία. Ο Λαουτάρο λαμποκοπά μες στα ρούχα του Βαλντίβια, στον πράσινο χρυσοκεντημένο χιτώνα, στον ατσάλινο θώρακα και στη χρυσή περικεφαλαία, τη στολισμένη με φτερά και σμαράγδια.

Ο Βαλντίβια, γυμνός, αποχαιρετά τον κόσμο.

Κανείς δε λάθεψε. Τούτη είναι η γη που εδώ και δεκατρία χρόνια διάλεξε ο Βαλντίβια για να πεθάνει, σαν έφυγε από το Κούσκο μαζί μ’ εφτά Ισπανούς πάνω στ’ άλογα και χίλιους ξιπόλητους Ινδιάνους. Κανείς δε λάθεψε, εκτός από τη δόνα Μαρίνα, την ξεχασμένη σύζυγο στην Εστρεμαδούρα, που μετά από είκοσι χρόνια αποφάσισε να διασχίσει τον ωκεανό και τώρα ταξιδεύει με τις πολύτιμες αποσκευές της, αντάξιες της γυναίκας του κυβερνήτη, την ασημένια πολυθρόνα, το κρεβάτι από γαλάζιο βελούδο, τα χαλιά κι όλη την αυλή από υπηρέτες και συγγενείς.

Οι Αραουκάνοι ανοίγουν το στόμα του Βαλντίβια και το γεμίζουν χώμα. Του δίνουν να καταπιεί μπουκιά μπουκιά το χώμα απ’ τη γη της Χιλής, κι ενώ το κορμί του πρήζεται, του φωνάζουν:

«Θες χρυσάφι; Φάε χρυσάφι. Φάε μέχρι να σκάσεις απ’ το χρυσάφι σου!»

__________
[Εδουάρδο Γκαλεάνο, Μνήμες Φωτιάς, τ. Ι, μετ. Ισμήνη Κανσή, Εξάντας, Αθήνα, 1986, σελ. 154.]

__________
Όπως αναφέρει ο ιστορικός José Bengoa [Historia del Pueblo Mapuche - Siglo XIX y XX, Lom Ediciones, Santiago 2000, σελ. 34-35, σημ. 45], ο τρόπος με τον οποίο φέρεται ότι εκτελέστηκε ο Βαλντίβια δεν αποτελεί παρά μύθο των Μαπούτσε, που “εφηύραν” αυτόν τον μύθο για να δείξουν τη δίψα των Ισπανών για χρυσό και το πόσο έξω από τη λογική τους ήταν αυτό το φαινόμενο.